βαιός

βαιός, -ά, -όν (Α)
|. 1. μικρός, λίγος
2. ελλιπής, λιγοστός
3. ταπεινός
4. τιποτένιος, ποταπός
5. (για φωνή) χαμηλός, σιγανός
6. (για χρόνο) σύντομος
II. (το ουδ. ως επίρρ.) βαιόν
λίγο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαιός — little masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιά — βαιός little neut nom/voc/acc pl βαιά̱ , βαιός little fem nom/voc/acc dual βαιά̱ , βαιός little fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιότερον — βαιός little adverbial comp βαιός little masc acc comp sg βαιός little neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτέρων — βαιός little fem gen comp pl βαιός little masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιόν — βαιός little masc acc sg βαιός little neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιαί — βαιός little fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτάτη — βαιός little fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτάτους — βαιός little masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτέρη — βαιός little fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.